κακολογία

κακολογία
η злословие

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "κακολογία" в других словарях:

  • κακολογία — κακολογίᾱ , κακολογία coarse expression fem nom/voc/acc dual κακολογίᾱ , κακολογία coarse expression fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακολογίᾳ — κακολογίαι , κακολογία coarse expression fem nom/voc pl κακολογίᾱͅ , κακολογία coarse expression fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακολογία — η (AM κακολογία) [κακολογώ] 1. κακός και προσβλητικός λόγος («ἀρρυθμία καὶ ἀναρμοστία κακολογίας καὶ κακοηθείας ἀδελφά», Πλάτ.) 2. βλασφημία, ύβρις νεοελλ. μσν. κατηγορία, διαβολή, συκοφαντία …   Dictionary of Greek

  • κακολογία — η κακογλωσσιά, κατηγορία, βρισιά: Ο καλός άνθρωπος δεν πρέπει να ρέπει σε κακολογίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κακολογίας — κακολογίᾱς , κακολογία coarse expression fem acc pl κακολογίᾱς , κακολογία coarse expression fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακολογίαι — κακολογία coarse expression fem nom/voc pl κακολογίᾱͅ , κακολογία coarse expression fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακολογίαν — κακολογίᾱν , κακολογία coarse expression fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακολογιῶν — κακολογία coarse expression fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακολογίαις — κακολογία coarse expression fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακολογίης — κακολογία coarse expression fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακολογικός — ή, ό (AM κακολογικός, ή, όν) [κακολογία] αυτός που αναφέρεται στην κακολογία, υβριστικός, ονειδιστικός …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»